Mato
ShowsHow it worksAI talentsFree toolsPricing
Book a demo
ShowsHow it worksAI talentsFree toolsPricingSign in
Mato
Mato

The first generation of AI talents. Live AI media for brands, networks and creators.

ElevenLabs GrantsAWS ActivateGoogle for StartupsNVIDIA Inception Program

Product

  • How it works
  • AI talents
  • Documentation
  • The studio
  • Pricing
  • Embed player
  • Mato MCP
  • Mato Voice
  • Voice Studio
  • Changelog

Company

  • About
  • Vision
  • Partners
  • Affiliates
  • Blog
  • CustomersComing soon
  • CareersComing soon
  • Press kit
  • Contact

Resources

  • Investor overview
  • Free podcast tools
  • Free podcast transcription
  • Podcast ROI calculator
  • API docsComing soon
  • SecurityComing soon
  • StatusComing soon

© 2026 Mato. All rights reserved.

English · Multiple languages available

PrivacyTerms

Live Interview

And why does that matter?

This is how a Mato agent talks. Take the other seat: answer a few and feel it follow the thread.

Try it yourself

Podcast charts

The Review

Published by LIFO PODCASTS

  • Arts
  • Performing arts
  • Visual arts

Νέες ταινίες, τηλεοπτικές σειρές, βιβλία, θεατρικές παραστάσεις, εικαστικές εκθέσεις και ό,τι άλλο συζητιέται στον πολιτισμό.

Listen on Apple Podcasts, opens in a new tabMake something like it

On the charts

1 chart placement

Every published chart this podcast appears in, in the snapshot behind this page. Each one links to the chart it came off.

  1. Number 101Performing artsNorway

From the feed

Recent episodes

The latest episodes published to this podcast’s own RSS feed. Titles and descriptions are the publisher’s.

  1. Άξιζε το «Φιόρδ» τον Χρυσό Φοίνικα; from The Review, opens in a new tab

    Aug 20, 202652 min

    Ο Κριστιάν Μουνγκίου, ένας από τους σημαντικότερους δημιουργούς του σύγχρονου ρουμανικού κινηματογράφου, επιστρέφει με μια τολμηρή ταινία που προκάλεσε έντονες συζητήσεις στις Κάννες και απέσπασε την ύψιστη τιμή από την Κριτική Επιτροπή που είχε πρόεδρο τον Παρκ Τσαν-γουκ. Δεκαεννέα χρόνια μετά τον Χρυσό Φοίνικα για το «4 μήνες, 3 εβδομάδες και 2 μέρες», ο σκηνοθέτης στρέφει αυτήν τη φορά το βλέμμα του στο νορβηγικό σύστημα κοινωνικών υπηρεσιών και στα όρια της φιλελεύθερης κοινωνίας. Στο επίκεντρο βρίσκεται μια πολύτεκνη, βαθιά θρησκευόμενη ρουμανική οικογένεια που μετακομίζει σε μια ειδυλλιακή πόλη της Νορβηγίας. Παρά τη θερμή υποδοχή που της επιφυλάσσεται, δεν αργεί να ξεσπάσει κρίση όταν οι αυστηρές θρησκευτικές της αντιλήψεις συγκρούονται με τις αξίες της τοπικής κοινωνίας. Μια καθηγήτρια εντοπίζει ύποπτους μώλωπες στην έφηβη κόρη, οι κοινωνικές υπηρεσίες επεμβαίνουν άμεσα, απομακρύνουν τα πέντε παιδιά και κατηγορούν τους γονείς για κακοποίηση, οδηγώντας την οικογένεια στη διάλυση. Ο Σεμπάστιαν Σταν ξεχωρίζει στον ρόλο του πατέρα, ενώ η Ρενάτε Ρέινσβε δίνει μια εξίσου δυνατή ερμηνεία ως μητέρα. Βασισμένος σε πραγματικά γεγονότα, ο Μουνγκίου στήνει ένα καθηλωτικό δικαστικό δράμα που θέτει δύσκολα ερωτήματα: πού τελειώνει η προστασία των παιδιών και πού αρχίζει η προκατάληψη απέναντι σε διαφορετικές κοσμοθεωρίες; Χωρίς εύκολες απαντήσεις, η ταινία εξερευνά τη σύγκρουση μεταξύ της ατομικής πίστης και των αξιών μιας σύγχρονης, φιλελεύθερης κοινωνίας, υπογραμμίζοντας τον κίνδυνο της κοινωνικής πόλωσης και την ανάγκη για ουσιαστική κατανόηση της διαφορετικότητας. Με τη χαρακτηριστική λιτότητα και τη σκηνοθετική ακρίβεια που τον διακρίνει, ο Μουνγκίου αποφεύγει τις εύκολες απαντήσεις και αφήνει τον θεατή να κρίνει μόνος του. Το αποτέλεσμα είναι μια προκλητική, βαθιά ανθρώπινη ταινία που συνεχίζει να απασχολεί και μετά την προβολή της. Με τη χαρακτηριστική λιτότητα και τη σκηνοθετική ακρίβεια που τον διακρίνει, ο Μουνγκίου αποφεύγει τις εύκολες απαντήσεις και αφήνει τον θεατή να κρίνει μόνος του. Το αποτέλεσμα είναι μια προκλητική, βαθιά ανθρώπινη ταινία που συνεχίζει να απασχολεί και μετά την προβολή της.

  2. Κατάφερε ο Νόλαν να φτάσει στην Ιθάκη; from The Review, opens in a new tab

    Jul 21, 202643 min

    Όσα κι αν είχαν διαρρεύσει για την πολυαναμενόμενη υπερπαραγωγή, τίποτα δεν προμήνυε,ούτε για τον πιο φανατικότου Νόλαν, που ξέρει τις εμμονές του σκηνοθέτη απ’ έξω και ανακατωτά, το εύρος και το βάθος του κινηματογραφικού του Οδυσσέα. Καλό είναι να δείτε την ταινία, αν, βέβαια, καταφέρετε να βρείτε εισιτήριο, σε μια ελληνική αίθουσα IMAX. Μετά, θα καταλάβετε. Tι να πρωτοσχολιάσει κανείς; Τις ερμηνείες; Ναι, ο Ματ Ντέιμον τα σπάει. Τα τέρατα που του ρίχνει ο Ποσειδών (απών, βεβαια, από την ταινία) στο διάβα του, τον Πολύφημο, τη Σκύλλα καιτη Χάρυβδη, τις Σειρήνες κ.λπ.; Όλα στη θέση τους και χωρίς πολλούς εντυπωσιασμούς. Την κατάβαση του Οδυσσέα στον Άδη; Ανατριχιαστική. Το αίμα που έχυσε ο Οδυσσέας στην Τροία, αλλά και στην Ιθάκη; Βέβαια, Έλληνες είμαστε, κάπως τον ξέρουμε τον Ομηρό μας ή, έστω, τον ξεσκονίσαμε εν όψει της ταινίας, άρα κάποια ζητηματάκια τα έχουμε με τον Νόλαν (εμείς και κορυφαίοι ξένοι φιλόλογοι, διαβάστε, για παράδειγμα, τη συνέντευξη του Ντάνιελ Μέντελσον στη LiFO). Μήπως ο σκηνοθέτης παραγείωσε τον ομηρικό κόσμο ώστε να μοιάζει με τον δικό μας; Μήπως ο Οδυσσέας του παραέχει σύγχρονες αγωνίες και ενοχές; Αλλά, γιατί όχι; Με αφορμή αυτά και άλλα πολλά συζητούν στο πόντκαστ η Βένα Γεωργακοπούλου και ο Ελληνο-αλβανός σκηνοθέτης Νεριτάν Ζιντζιρία. Που μας το ’κρυψε, αλλά την επόμενη μέρα της ηχογράφησης έγινε γνωστή η ιστορική είδηση ότι η πρώτη τηλεοπτική σειρά που αποφάσισε να χρηματοδοτήσει το Eurimages είναι δική του («Και οι νεκροί ας θαψουν τους νεκρούς τους»).

  3. Μα πώς να κρίνει κανείς τον Χαρούκι Μουρακάμι; from The Review, opens in a new tab

    Jul 8, 202640 min

    Τον λατρεύουν και τον απεχθάνονται. Έχει μανιώδεις θαυμαστές και ορκισμένους αρνητές. Ούτε καν οι ίδιοι οι συμπατριώτες του δεν τον αποδέχονται πλήρως, είναι πολύ... Δυτικός για τα γούστα του λογοτεχνικού γιαπωνέζικου κατεστημένου: οι σελίδες του είναι γεμάτες τζαζ και αμερικανική κουλτούρα (ταινίες και βιβλία), ακόμα και τα γιαπωνέζικά του είναι απλά, χωρίς το βάρος της παράδοσης. Κι όμως, ο Χαρούκι Μουρακάμι, 77 χρονών πια, έχει κατακτήσει περισσότερο από κάθε άλλον Ιάπωνα συγγραφέα το παγκόσμιο κοινό, με τίτλους θρυλικούς: «Νορβηγικό Δάσος», «Ο Κάφκα στην ακτή», «Το κουρδιστό πουλί». Φτιάχνει κόσμους μαγικούς και σουρεαλιστικούς, όπου τα πάντα μπορεί να συμβούν κι ας μην έχουν και μεγάλο νόημα. Με μια πρόζα απλή, σχεδόν φλατ, που δεν αποξενώνει τον αναγνώστη. Στο νέο του μυθιστόρημα, «Η πόλη και τα αβέβαια τείχη της», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός, κάνει πάλι το θαύμα του: ένας εφηβικός έρωτας κρατάει χρόνια, ακόμα κι όταν το κορίτσι εξαφανίζεται. Το αγόρι, μετά από δεκαετίες μοναξιάς και θλίψης, συνεχίζει να την αναζητά και την ξαναβρίσκει σε έναν άλλο κόσμο, σε μια πόλη όπου οι άνθρωποι δεν γερνάνε, δεν έχουν σκιές, και τείχη ψηλά τους αποκόβουν από την πραγματικότητα – και να ήταν μόνο αυτό. Ο ερωτοχτυπημένος ήρωας του Μουρακάμι έχει ένα πλούσιο ρεπερτόριο υπερφυσικών εμπειριών: ακόμα κι όταν ξεφεύγει από την Πόλη με τα Τείχη, λόγου χάρη, συναντά ένα φιλικό σοφό φάντασμα. Και την ίδια στιγμή, μέσα σ’ αυτόν τον οίστρο της φαντασίας, υπάρχει χώρος για την πραγματικότητα, την απλή ανθρώπινη καθημερινότητα, την επαρχιακή, ορεινή πανέμορφη Ιαπωνία, πατήματα αναγκαία για την εκτόξευση του αναγνώστη σε άλλες διαστάσεις. Τι περισσότερο να θέλει κανείς από ένα βιβλίο για το καλοκαίρι του;

  4. «Ξένος για σένανε κι εχθρός θα 'μαι από σήμερα και μπρος» from The Review, opens in a new tab

    Jul 1, 202644 min

    Ο «Ξένος» κυκλοφόρησε το 1942, είκοσι χρόνια πριν από την απελευθέρωση της Αλγερίας από τη γαλλική αποικιοκρατία. Ο νομπελίστας συγγραφέας, γεννημένος στη χώρα και λάτρης της, δημιουργεί έναν ήρωα, τον Γάλλο Μερσό, κάτοικο Αλγερίου, υπάλληλο σε εταιρεία, που δολοφονεί με πέντε σφαίρες, χωρίς κίνητρο, πάθος ή πρόθεση, έναν νεαρό Αραβα σε μια παραλία, κάτω από τον εκτυφλωτικό ήλιο. Το βιβλίο και η ταινία,με τον έξοχο Μπενζαμέν Βουαζάν στον κεντρικό ρόλο, ακολουθούν τη ζωή του Μερσό, πριν και μετά τη δολοφονία.Αποστασιοποιημένος, αδιάφορος,κυνικός απέναντι στα ανθρώπινα, αποδεχόμενος τα πάντα, ακόμα και τις πιο βάρβαρες συμπεριφορές των στενών του φίλων, μπορεί να μην έχυσε ούτε ένα δάκρυ στην κηδεία της μητέρας του, μπορούσε,όμως, να αντλεί απόλαυση και ευτυχία από τον έρωτα της όμορφης Μαρί, τη φύση, τη θάλασσα. Κεντρικό σημείο βιβλίου και ταινίας είναι, φυσικά, η φυλάκισή του, η δίκη και η καταδίκη του σε θάνατο. Κι εκεί,μέσα στο κελί, ο απαθής Μερσό επιτέλους εκρήγνυται, εκφράζεται, ανθεί. Στις σκέψεις και στα λόγια του (κυρίως στη σύγκρουσή του με τον ιερέα της φυλακής) διατυπώνει τη θέση του απέναντι στη ζωή και το παράλογό της, εν όψει της κοινής καταδίκης μας, του θανάτου. Νιώθει αυτό το παράλογο, χωρίς να ενδίδει στην απελπισία. Ο Οζόν, πιστός στο βιβλίο, μαγεμένος από τον δύσκολο ήρωα του Καμί, αποτυπώνει ένα Αλγέρι που μας γυρίζει πίσω στη δεκαετία του ’30, κάνει όμως κι ένα σύγχρονο σχόλιο: αναπτύσσει τους ρόλους των Αράβων και,κυρίως, δίνει επιτέλους ένα όνομα στο θύμα, Μούσα,σε αντίθεση με τον Καμί, που μόνο ως «Αραβα» τον αναφέρει, προκαλώντας τότε και τώρα ενόχληση και κατηγορίες για ρατσισμό. Το όνομα τού το έδωσε πριν από λίγα χρόνια το βιβλίο του κορυφαίου Αλγερινούσυγγραφέα Καμέλ Νταούντ «Μερσό, ο άλλος Ξένος», που γνώρισε παγκόσμια επιτυχία.

  5. Τι κρατάμε από τη «Λυσιστράτη» του Κραουνάκη; from The Review, opens in a new tab

    Jun 24, 202632 min

    Η «Λυσιστράτη» από το Ηρώδειο κατευθύνεται και προς τον Λυκαβηττό (15 Ιουλίου). Είναι ήδη από τις μεγάλες επιτυχίες του καλοκαιριού, πράγμα καθόλου τυχαίο. Ο Σταμάτης Κραουνάκης φλέρταρε με το έργο από καιρό. Μην ξεχνάμε πόσα τραγούδια του από τη θρυλική παράσταση του Βουτσινά με τον Λάκη Λαζόπουλο το καλοκαίρι του 1986 έγιναν εν μια νυκτί σουξέ, και τα τραγουδούσαμε στις παρέες και τα χορεύαμε στα ξενυχτάδικα. Είναι αλήθεια ότι και στην «ξεκαρδιστική όπερα» «Λυσιστράτη» το μέγα ατού είναι η μουσική που έγραψε ο Κραουνάκης. Ένα ποτάμι έμπνευσης και κεφιού, ένας οίστρος μελωδικός που υπηρετείται με τον καλύτερο τρόπο από όλους τους ερμηνευτές, με κορυφαία τη Λένα Ουζουνίδου στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ο Κραουνάκης κρατάει τις βασικές γραμμές της κωμωδίας του Αριστοφάνη (Αθηναίοι και Σπαρτιάτες εν μέσω του Πελοποννησιακού Πολέμου αλληλοεξοντώνονται και οι γυναίκες προχωρούν σε αποχή από το σεξ για να τους πείσουν να υπογράψουν ειρήνη), αλλά προσθέτει προσωπικές πινελιές, αφηγηματικές, πολιτικές, φιλοσοφικές. Η δικιά του «Λυσιστράτη», σε αντίθεση με αυτήν του Αριστοφάνη, έχει στοιχεία ταυτότητας, ιστορία, ερωτικό παρελθόν (με τον Πρόβουλο, για παράδειγμα). Η δικιά του «Λυσιστράτη» διανύει τον χρόνο, από το 411 π.Χ., οπότε γράφτηκε και ανέβηκε η κωμωδία, μέχρι την Αθήνα του 2026. Η δικιά του «Λυσιστράτη» δεν μαζεύει γύρω της μόνο γυναίκες των δύο εμπόλεμων στρατοπέδων αλλά απλώνει το μήνυμά της σε όλο τον κόσμο. Η δικιά του «Λυσιστράτη» έχει τρελό χιούμορ, αλλά και συναίσθημα και μελαγχολία. Έχει και τη Δήμητρα Γαλάνη σε έναν νέο ρόλο, της Παλλάδας Αθηνάς, και σε ένα καταπληκτικό τραγούδι. Θα τη θυμόμαστε την παράσταση αυτή; Έχει εκτός από μουσικό και θεατρικό ενδιαφέρον; Καιρός για κουβέντα.

  6. Το «χιλιοστό» που μας χώριζε από το Grexit from The Review, opens in a new tab

    Jun 18, 202640 min

    Κάποιους ενόχλησε η σειρά «Στο Χιλιοστό»: «Είναι καιρός τώρα, που ο Τσίπρας έκανε νέο κόμμα, να ξαναθυμόμαστε δημοψηφίσματα, κλειστές τράπεζες και τρίτα μνημόνια;». Πάρα πολλοί, όμως, κόλλησαν στην τηλεόρασή τους και ξαναέζησαν με την ψυχή στο στόμα όχι μόνο τα γεγονότα μετά την εκλογή Τσίπρα τον Ιανουάριο του 2015 αλλά και όσα συνέβησαν πριν από αυτήν. Την κατάσταση που μας οδήγησε το 2010 στα μνημόνια (τον δανεισμό με σκληρούς όρους λιτότητας και μεταρρυθμίσεων από Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, Ευρωπαϊκή Επιτροπή και Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα), δηλαδή τα άθλια δημοσιονομικά μας, που μας στέρησαν ολοκληρωτικά την πρόσβαση στις αγορές. Εκείνο το καλοκαίρι, το 2015, όπως βλέπουμε στο ντοκιμαντέρ και διαβάζουμε στο ήδη πασίγνωστο βιβλίο «Η τελευταία μπλόφα» των Βαρβιτσιώτη-Δενδρινού, οι απίθανες υποσχέσεις του πρωθυπουργού Τσίπρα (κατάργηση των μνημονίων «με ένα νόμο κι ένα άρθρο») αλλά και οι χειρισμοί του «ριζοσπάστη κομμουνιστή» υπουργού Οικονομικών Γιάνη Βαρουφάκη οδήγησαν τη χώρα σε αδιέξοδο, φέρνοντάς την ένα βήμα πριν από το Grexit. Το ντοκιμαντέρ των δυο γυναικών, ανταποκριτριών τότε στις Βρυξέλλες, παρουσιάζει με κάθε λεπτομέρεια τη διαδρομή του Τσίπρα προς την «κωλοτούμπα», τον «έντιμο συμβιβασμό», ήτοι την υπογραφή και από αυτόν ενός τρίτου μνημονίου. Μιλούν σχεδόν όλοι οι πρωταγωνιστές, Έλληνες και ξένοι, εκτός από τον Τσίπρα, τον Βαρουφάκη και τον Τόμσεν, από τον Ντομινίκ Στρος-Καν και τον Ζαν Κλοντ Γιούνκερ μέχρι τον Γιάννη Στουρνάρα και τη Ζωή Κωνσταντοπούλου. Πότε σαν θρίλερ, πότε σαν σουρεαλιστική κωμωδία, πότε σαν ταινία φρίκης, αυτή η σειρά ντοκιμαντέρ είναι μια πραγματικά ζωντανή, απαραίτητη και υψηλή δημοσιογραφική έρευνα, η οποία δεν στερείται ούτε το μέτρο ούτε την αντικειμενική ματιά.

  7. Πέδρο Αλμοδόβαρ: Oι παλιές αγάπες δεν ξεθωριάζουν ποτέ from The Review, opens in a new tab

    Jun 12, 202636 min

    Ο Αλμοδόβαρ μπήκε στις ζωές μας ορμητικά τη δεκαετία του ’80, παρέμεινε ασυγκράτητος και επέβαλε τον «περιθωριακό» κόσμο του –ένα πολύχρωμο, τολμηρό, δραματικό, εξωφρενικό queer σύμπαν– σε όλο τον πλανήτη. Έγινε ο πιο δημοφιλής Ισπανός σκηνοθέτης διεθνώς, χρησιμοποίησε το μελόδραμα, το νουάρ, τη μουσική, και δεν σταμάτησε να τονίζει την ισπανική ιδιαιτερότητα και καταγωγή του. Οι ταινίες του γέμισαν τις αίθουσες με λαϊκό, μικροαστικό κοινό που δεν το εχθρευόταν. Αυτός που είχε την οικογένεια (παραδοσιακή και καινούργια) στο κέντρο των ιστοριών του· που η Ισπανίδα μητέρα (αλλά και κάθε μητέρα) δεν έλειπε από καμιά ταινία του. Ανέδειξε φοβερούς ηθοποιούς, γυναίκες οι περισσότερες, αλλά και άνδρες. Αν η προηγούμενη ταινία του, το «Διπλανό δωμάτιο», είχε ως θέμα της τον θάνατο και την ελευθερία επιλογής της στιγμής και του τρόπου με τον οποίον αυτός θα επέλθει, οι «Πικρές Γιορτές» επιστρέφουν σε ένα μάλλον προσφιλές του θέμα: πώς η ζωή του σκηνοθέτη περνάει στις ταινίες του. Οι Γάλλοι προτίμησαν να της αποδώσουν τον χαρακτηρισμό «αυτομυθοπλασία», μια λέξη που τα λέει όλα. Η ταινία, όμως, δεν φιλοσοφεί ούτε θεωρητικολογεί· είναι ένας ερεθιστικός και ελκυστικός κινηματογραφικός κόσμος με ήρωα έναν σκηνοθέτη που γράφει ένα σενάριο, κατακλέβοντας τις ζωές των γύρω του. Δυο παράλληλες ιστορίες, πραγματικότητα και μυθοπλασία, που κομψά και σοφά μπλέκονται, μέχρι να καταλήξουν σε μια εξαίσια κλιμάκωση. Ο Αλμοδόβαρ ξεγυμνώνει τις δημιουργικές του εμμονές και ενοχές και η ειλικρίνειά του είναι συγκινητική.

  8. «Τζένη Τζένη»: Σαν να μην πέρασε μια μέρα from The Review, opens in a new tab

    May 11, 202638 min

    1966. Η Καρέζη έχει ήδη πίσω της την ταινία «Δις Διευθυντής», με την οποία εγκαινίασε ένα νέο γυναικείο πρότυπο, πιο χειραφετημένο και ανεξάρτητο από αυτό των κοριτσιών που πρόβαλλε ο κινηματογράφος της εποχής. Και πάει για μία ακόμα τεράστια επιτυχία, πάλι σε σενάριο των Ασημάκη Γιαλαμά - Κώστα Πρετεντέρη, πάλι με σκηνοθέτη τον Ντίνο Δημόπουλο, με συμπρωταγωνιστές τους Μπάρκουλη και Παπαγιαννόπουλο. «Τζένη Τζένη», Σπέτσες: Από τη μια οι εφοπλιστές που έχουν συνηθίσει να περνάει το δικό τους και θέλουν να βγει σώνει και καλά βουλευτής ο άσχετος ανιψιός τους Νίκος Μαντάς. Και από την άλλη ο ντόπιος κομματάρχης που επιβάλλει κάθε φορά τον δικό του υποψήφιο, τον Γκόρτσο, τον άνθρωπο του λαού. Πώς λέμε δεξιά-αντιδεξιά; Κάπως έτσι. Και στη μέση η Τζένη, κόρη του κομματάρχη, πανέξυπνη, μορφωμένη, όμορφη και φιλόδοξη φοιτήτρια Φιλοσοφικής, που μπλέκει σε μια ίντριγκα κάνοντας έναν λευκό γάμο με τον Νίκο, ώστε να τον βγάλει ο μπαμπάς της βουλευτή. Κι ύστερα έρχεται ο έρωτας… Ο Νίκος Καραθάνος, γεμάτος αίσθημα, αγάπη για το πρωτότυπο υλικό και την παλιά Ελλάδα αλλά έχοντας και συνείδηση των δυσκολιών μετέφερε την ταινία στο σανίδι με μεγάλα ονόματα: Γαλήνη Χατζηπασχάλη, Χρήστος Λούλης, Κώστας Μπερικόπουλος, Χάρις Αλεξίου, Ζέτα Μακρυπούλια, Ιωάννα Μαυρέα, Άγγελος Παπαδημητρίου. Κράτησε για τον εαυτό του τον ρόλο του κομματάρχη Κοσμά Σκούταρη, δηλαδή του Διονύση Παπαγιαννόπουλου, στον οποίο μετατόπισε το κέντρο βάρους της οπτικής του. Σ’ αυτήν τη «Τζένη Τζένη» του 2026 οι Σπέτσες δεν είναι τόσο φωτεινές, ο κόσμος δεν είναι τόσο καλοσχηματισμένος και σαφής, τα περιγράμματα λιώνουν, τα εκκλησάκια στριφογυρίζουν, οι θείες μπορεί να είναι θείοι, οι πλούσιοι δεν είναι καλοκάγαθοι σικ, αλλά κακόγουστοι killers. Όμως, το ζεϊμπέκικο της ερωτευμένης Τζένης μπορεί και σήμερα να σε απογειώσει. Κάπως έτσι μια ταινία του 1966, που την έχουμε δει δεκάδες φορές και θα την ξαναδούμε άλλες τόσες, αποκτά νέα ζωή, αφού έργα σαν αυτό των Ασημάκη-Γιαλαμά δεν εξαντλούνται ποτέ.

  9. «Μην τα πυροβολείτε, είναι απλώς ελληνικά blockbusters» from The Review, opens in a new tab

    May 4, 202644 min

    Ο μπαμπάς του Διονύση Σαμιώτη, ο θρυλικός πια Γιώργος Σαμιώτης, ήταν ο παραγωγός της «Αναπαράστασης» του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Ο γιος του δεν μεγάλωσε απλώς μέσα στο σινεμά αλλά έκανε και τρομερές, εξειδικευμένες σπουδές για να εξελιχθεί σιγά-σιγά σε μια κορυφαία προσωπικότητα του ελληνικού σινεμά. Το επάγγελμα του «παραγωγού», που κάποτε ήταν ο «μπαμπούλας» για τους σκηνοθέτες που ήθελαν να τα κάνουν όλα μόνοι τους, σήμερα είναι must, μία από τις καλές εξελίξεις του ελληνικού σινεμά. Ο Διονύσης Σαμιώτης, στην καλύτερη στιγμή της καριέρας του, επικεφαλής της TanweerProductions, υπογράφει το ένα blockbuster μετά το άλλο, όλα και με καλλιτεχνικές περγαμηνές, ποντάροντας σε ταλαντούχους –ακόμα και άγνωστους– σκηνοθέτες. Πολλοί προέρχονται και από το arthouseκομμάτι του σινεμά μας (Γκορίτσας, Τσεμπερόπουλος, Φραντζής). Ποιο είναι το μυστικό του που φέρνει τον κόσμο στις αίθουσες; Υπάρχει μια «σχολή Σαμιώτη»; Τι πιστεύει για τον σημερινό ελληνικό κινηματογράφο; Για τις ταινίες που, αν και πολύ καλές, δεν κόβουν εισιτήρια; Για την πολιτεία και τη δική της ευθύνη στην υπόθεση «ελληνικό σινεμά»; Ο Διονύσης Σαμιώτης απαντάει σε όλα, διηγείται ιστορίες, και αποκαλύπτει τα επόμενα σχεδιά του, ενώ ο Γιώργος Τσεμπερόπουλος, ο Έλληνας δημιουργός, που πάντα πίστευε σε ένα καλό σινεμά, το οποίο να αφορά το κοινό, μιλάει για τον «δικό» του Διονύση Σαμιώτη.

  10. Θωμάς Μοσχόπουλος: «Η πατριαρχία κάνει και τους άντρες να κλαίνε» from The Review, opens in a new tab

    Apr 23, 202637 min

    Η «Δεσποινίς Τζούλια» του Στρίντμπεργκ,γραμμένη το 1888, προκάλεσε μέγα σκάνδαλο:μια νεαρή αριστοκράτισσα που κάνει έρωτα με τον υπηρέτη του πατέρα της Ζαν δεν ήταν απλή υπόθεση εκείνη την εποχή – η Τζούλια, άλλωστε, στο τέλος του έργου, μη αντέχοντας αυτή την πτώση της, αυτοκτονεί. Σήμερα, όμως, που τα πράγματα έχουν αλλάξει, το τολμηρό και σκληρό κείμενο του Στρίντμπεργκ, μια αβυσσαλέα μάχη μεταξύ της Τζούλιας και του Ζαν τη νύχτα του Μεσοκαλόκαιρου, έβαλε τον Θωμά Μοσχόπουλο σε πιο κοντινούς μας δρόμους. Η φράση της Τζούλιας «έγινα μισή γυναίκα και μισή άνδρας» τον έκανε να στραφεί στη ρευστότητα των φύλων. Επηρεάστηκε πολύ και από το περίφημο βιβλίο της Γαλλίδας φεμινίστριας και φιλοσόφου Ελιζαμπέτ Μπατεντέρ «ΧΥ, Η ανδρική ταυτότητα», μια μελέτη της ανδρικής ταυτότητας και της ομοφυλοφίας. Δεν ήθελε –και δεν έκανε– ένα γκέι έργο αλλά μια παράσταση, στην οποία η ερωτική έλξη και η αμείλικτη σύγκρουση δυο ανδρών, που τους χωρίζει ταξική άβυσσος, δεν χαϊδεύει κανένα δικό μας σημερινό στερεότυπο. Αποκαλύπτει αλήθειες για τις ανθρώπινες σχέσεις και χωρίς την οποιαδήποτε υποψία σκανδάλου –όλα τα έχουμε δει και ακούσει πια– στηρίζεται απόλυτα στις δυνατές ερμηνείες δυο νέων ηθοποιών, του Γιάννη Καράμπαμπα (Ζαν) και του Νίκου Κοσώνα (Κος Ζυλ). Η παράσταση «Ο Κος Ζύλ» σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου παίζεται στο θέατρο Πόρτα.

  11. Είκοσι σημαντικά έργα τέχνης από τη δεκαετία του ’60 μέχρι σήμερα from The Review, opens in a new tab

    Apr 16, 20261 hr 54 min

    Η συλλέκτρια Ειρήνη Παναγοπούλου, η ιστορικός τέχνης και επιμελήτρια Μπία Παπαδοπούλου, οι γκαλερίστες Αρσέν και Ρουπέν Καλφαγιάν, ο ιστορικός τέχνης και επιμελητής Χριστόφορος Μαρίνος, ο έμπορος έργων τέχνης Άγγελος Σταυρόπουλος και ο ομότιμος καθηγητής της αρχιτεκτονικής Γιώργος Τζιρτζιλάκης συζητούν για είκοσι από τα πιο σημαντικά έργα τέχνης στην Ελλάδα από τη δεκαετία του ΄60 μέχρι σήμερα. Η λίστα των έργων και των καλλιτεχνών για την οποία συζητάμε προέκυψε από τις επιλογές των καλεσμένων και αντικατοπτρίζει τις εξελίξεις της σύγχρονης τέχνης στην Ελλάδα, την εδραίωση της νεωτερικότητας στη σύγχρονη τέχνη, τις νέες γλώσσες που διαμορφώνονται και το άνοιγμα της τέχνης σε θέματα κι κοινωνικά σύνολα. Συζητείται ακόμα η σύζευξη και η συνάντηση των τεχνών έξω από τις γκαλερί, η ανάπτυξη της εξωστρέφειας από τη δεκαετία του ’80 και έννοιες που έρχονται στο επίκεντρο της δημιουργίας: το μεταναστευτικό, ο νόστος, η μυθολογία, το σώμα, ο χώρος. Ενώ από την αναπαράσταση περνάμε σε χώρους εμπειρίας, αλλάζει και η θέση και του θεατή που πολλές φορές γίνεται μέρος του συμβάντος. Ανατρέχουμε σε σπουδαίες στιγμές που συνέβησαν στην Αθήνα, στον Πειραιά και στην Πάτρα, με τους χώρους τέχνης να επαναπροσδιορίζονται και νέα περιβάλλοντα να δημιουργούνται, ενώ ξεκινά η μια συζήτηση που διαρκεί μέχρι σήμερα για το τι σημαίνει έργο. Σημείωση: Ο επιμελητής Πάνος Γιαννικόπουλος απουσιάζει στο εξωτερικό, γι’ αυτό δεν μπόρεσε να πάρει μέρος στο podcast. Τα έργα: Χρύσα Ρωμανού / Λαβύρινθοι Chryssa / Κυκλαδικά βιβλία Ακριθάκης / Το Μπαρ Γιάννης Τσαρούχης / Τέσσερις εποχές Μπία Ντάβου / Ιστία Θανάσης Τότσικας / Το εργαστήρι του Ηφαίστου Takis / Το αδύνατον - Ο άνθρωπος στο Διάστημα Γιάννης Κουνέλης / M/S Ιόνιον Γιάννης Μόραλης / Επιτοίχια σύνθεση στο Χίλτον Ρένα Παπασπύρου / Επεισόδια στην ύλη - Στίλπωνος 7 Νίκος Αλεξίου / The End Διοχάντη / Χωρίς τίτλο (εγκατάσταση στο Drakos art center) Γιώργος Λάππας / Mappemonde Βλάσης Κανιάρης / Αλίμονο Ελλάδα ή Ο ζωγράφος και το τέλος το κόσμου Νίκος Κεσσανλής / Φαντασμαγορία της ταυτότητας/ Η ουρά (μετρό Ομόνοιας) Λήδα Παπακωνσταντίνου / Το Κουτί Στάθης Λογοθέτης / περφόρμανς στο Πόρτο Ράφτη Γιάννης Γαΐτης / Κηδεία της ζωγραφικής Αλέκος Φασιανός / Αθηναΐκό Πανόραμα Άσπα Στασινοπούλου / Φωτιά στο νερό

  12. Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: O ασπρόμαυρος κόσμος του Πάμπστ from The Review, opens in a new tab

    Apr 13, 202636 min

    Βιογραφία του Παμπστ, αλλά μυθιστορηματική και πολύ δημιουργική, είναι το «Ασπρόμαυρο» του Ντάνιελ Κέλμαν, του Γερμανού συγγραφέα-παγκόσμιου σταρ και πολυδιαβασμένου και στην Ελλάδα (χάρη στις εκδόσεις Καστανιώτη) που δεν μας γνωρίζει μόνο τον δημιουργό που ανακάλυψε την Γκρέτα Γκάρμπο αλλά και μια ολόκληρη εποχή, από τη δεκαετία του 1920 μέχρι το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Γιώργος Μαυροψαρίδης, ο μοντέρ με τις δύο υποψηφιότητες για Όσκαρ («Ευνοούμενη» και «PoorThings» του Γιώργου Λάνθιμου), φωτίζει μοναδικά το βιβλίο του Κέλμαν, αφού ο ήρωάς του θεωρείται μάστορας και πρωτοπόρος της τέχνης του μοντάζ. Άλλωστε, και το ίδιο το μυθιστόρημα με θαυμαστό τρόπο καταφέρνει να «σκηνοθετεί» και να «μοντάρει» ιστορία και γλώσσα. Και, όχι, δεν είναι δύσκολο και φορμαλιστικό, δεν απευθύνεται σε σινεφίλ, είναι απλώς ιδιοφυές, με δυνατούς χαρακτήρες, πολύ χιούμορ και σημεία απίστευτου σασπένς και φρίκης. Ο Κέλμαν, που έκανε μεγάλη έρευνα σε κινηματογραφικά αρχεία και στις ταινιοθήκες Αυστρίας και Γερμανίας, ακολουθεί τον διάσημο ήδη Παμπστ και την οικογένειά του από το φευγιό του στην Αμερική, όταν ανέβηκε ο Χίτλερ στην εξουσία, μέχρι τη μεταπολεμική Γερμανία. Ο σκηνοθέτης, που μισούσε τους ναζί, που ανακάλυψε την Γκρέτα Γκάρμπο και τη Λουίζ Μπρουκς, που έκανε την πρώτη κινηματογραφική μεταφορά της «Οπερας της Πεντάρας» του Μπρεχτ, δεν άντεξε την παντοδυναμία των παραγωγών στο Χόλιγουντ και επέστρεψε στην Ευρώπη για να βρεθεί, σε μια τραγική συγκυρία, αιχμάλωτος του Χίτλερ στην προσαρτημένη πατρίδα του, την Αυστρία. Τρομοκρατημένος, απειλούμενος αλλά και πολύ φιλόδοξος και μανιώδης με την τέχνη του, συνέχισε να κάνει ταινίες υπό το βλέμμα του Γκέμπελς, με απόλυτη ελευθερία και άπειρα λεφτά. Έτσι καθησύχαζε τον εαυτό του, ωστόσο έγινε συνένοχος τελικά του διαβολικού προπαγανδιστικού σχεδίου του Γ’ Ράιχ. Κι αυτό είναι, φυσικά, το κεντρικό θέμα του «Ασπρόμαυρου»: η τραγωδία ενός δημιουργού που από «κόκκινος Παμπστ» κατέληξε να κάνει σινεμά συνεργαζόμενος με το υπουργείο Προπαγάνδας του Γ’ Ράιχ, οι μικροί συμβιβασμοί του καλλιτέχνη που δεν αφήνουν ούτε την πιο υψηλή τέχνη να μείνει αλώβητη από το αίμα του αυταρχικού καθεστώτος. Πόσο επίκαιρο στις μέρες μας. Το «Ασπρόμαυρο» όμως είναι και γεμάτο συναρπαστικές ιστορίες, συναντήσεις με σταρ (από τη Ρίφενσταλ και τον Φριτς Λανγκ μέχρι την Γκάρμπο και την Μπρουκς), ναζί καθάρματα και πρόσφυγες, κινηματογραφικά γυρίσματα και πρεμιέρες, εγκλήματα και ηθικά διλήμματα. Ο Κέλμαν έχει πάρει τις ελευθερίες του, γι’ αυτό και το βιβλίο του διαβάζεται απνευστί, είναι ίσως το κορυφαίο του μέχρι σήμερα (κι έχει γράψει τόσα).

  13. Και ξαφνικά, δυο ταινίες για τον… Πούτιν from The Review, opens in a new tab

    Mar 30, 202636 min

    Όταν ο Πούτιν εισέβαλε στην Ουκρανία, ο ανήσυχος και δημοκράτης Πάβελ, επίσημος βιντεογράφος ενός σχολείου μιας μικρής βιομηχανικής πόλη της Ρωσίας, άρχισε να κινηματογραφεί το όργιο της προπαγάνδας και της μιλιταριστικής υποχρεωτικής εκπαίδευσης που παρέσυρε το δικό του σχολείο, όπως και όλα τα σχολεία της χώρας. Το υλικό του, συναρπαστικό, φρικιαστικό και κωμικό ταυτόχρονα, διέρρευσε μυστικά στο εξωτερικό και έφτασε στα χέρια του Αμερικανού Ντέιβιντ Μπόρενσταϊν που μαζί με τον Ταλάνκιν, ο οποίος στο μεταξύ το ’σκασε από τη Ρωσία γιατί κινδύνευε, έφτιαξαν το ντοκιμαντέρ «Ο κ. κανένας εναντίον του Πούτιν». Με αυτό κατέκτησαν το ένα φεστιβάλ μετά το άλλο -και το δικό μας στη Θεσσαλονίκη- και, φυσικά, το Όσκαρ. Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι και η ιστορία της ταινίας μυθοπλασίας «Ο μάγος του Κρεμλίνου» του διάσημου Γάλλου σκηνοθέτη Ολιβιέ Ασαγιάς με πρωταγωνιστές τον Τζουντ Λο, τον Πολ Ντέινο και την Αλίσια Βικάντερ. Είναι μια σχεδόν απόλυτα πιστή κινηματογραφική μεταφορά του ομότιτλου μυθιστορήματος του Ιταλο-ελβετού Τζουλιάνο ντα Έμπολι, που κέρδισε το 2022 το Μεγάλο Βραβείο της Γαλλικής Ακαδημίας και έχασε για μία ψήφο το Γκονκούρ. Κεντρικό πρόσωπο του μυθιστορήματος και της ταινίας είναι ο Ρασπούτιν του Πούτιν, σύμβουλος και συνδημιουργός της ιδεολογίας και της πολιτικής του πρώην καγκεμπίτη Προέδρου της χώρας, δηλαδή ο Βαντίμ Μπαράνοφ. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα ελεύθερο πορτρέτο του διάσημου και υπαρκτού Βλάντισλαβ Σουρκόφ, που υπήρξε επί δεκαετίες δεξί χέρι του Πούτιν, ο άνθρωπος που σχεδίασε και προετοίμασε την προσάρτηση της Κριμαίας και την εισβολή στην Ουκρανία ‒ πλέον έχει αποτραβηχτεί και θεωρείται αμφιλεγόμενο πρόσωπο. Ο Πολ Ντέινο, που τον ερμηνεύει, του μοιάζει υπερβολικά, υποστηρίζει η Κατερίνα Οικονομάκου. Από την ταινία περνάνε όλοι οι πραγματικοί πρωταγωνιστές του πολιτικού σκηνικού της Ρωσίας αλλά και το χρονικό από την πτώση του κομμουνισμού μέχρι σήμερα, από το μεθύσι της δημοκρατίας σε ένα καθεστώς χωρίς ελευθερία, με μόνη αξία τη δύναμη και τον φόβο που προκαλεί στους άλλους. Όσοι ενδιαφέρονται για Ιστορία και πολιτική, ας εμπιστευτούν τον έμπειρο Ασαγιάς στην οθόνη ή ας διαβάσουν το μυθιστόρημα του Ντα Έμπολι (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος).

  14. «Βυσσινόκηπος» στο Εθνικό με νέα, φρέσκια ματιά from The Review, opens in a new tab

    Mar 23, 202634 min

    Τέσσερις και πλέον δεκαετίες είχε να ανεβεί στο Εθνικό Θέατρο το τελευταίο έργο του Τσέχοφ. Ο Έκτορας Λυγίζος σαν να μας είχε προετοιμάσει γι’ αυτόν τον «Βυσσινόκηπό» του με τις προηγούμενες δουλειές του: η ματιά του είναι πάντα φρέσκια και σοβαρή, με όποιο θεατρικό είδος και αν καταπιάνεται, από την αρχαία τραγωδία μέχρι τη φάρσα. Για τον Τσέχοφ έψαξε μια ισορροπία μεταξύ της τραγωδίας που καραδοκεί και της ελαφράδα και της παιδικότητας που έχουν οι άνθρωποι όταν περνάνε τις τελευταίες μέρες τους στον παράδεισο. Τα δυο ξεπεσμένα αδέλφια, η Λιούμπα (Αμαλία Μουτούση) και ο Γκάγεφ (Εκτορας Λυγίζος), χάνουν το πατρικό τους σπίτι και τον τεράστιο βυσσινόκηπό τους, πληρώνοντας αμαρτίες, σπατάλες και την επιπολαιότητα της τάξης τους, που κάποτε στήριζε τα πλούτη της στους δουλοπαροίκους, οι οποίοι έχουν ελευθερωθεί πια. Γύρω τους μια μικρή στρατιά από υπηρέτες, κόρες, ψυχοκόρες, υπαλλήλους και γείτονες τούς αγκαλιάζει, θαυμάζοντάς τους παράλληλα, ξέροντας ότι οι δεσμοί που τους δένουν έρχονται από μακριά. Ανάμεσά τους και ο Λοπάχιν, παιδί κι αυτός δουλοπάροικων, που χάρη στη φιλοδοξία και τη σκληρή toy δουλειά έχει γίνει πια πλούσιος. Αυτός τελικά θα αγοράσει τον Βυσσινόκηπο και θα κόψει τα πανέμορφα δέντρα του για να κάνει οικόπεδα για παραθεριστές. Η Βένα Γεωργακοπούλου και ο Χρήστος Παρίδης διαβάζουν, ο καθένας με τον τρόπο του, την παράσταση του Εθνικού, θυμούνται τους «Βυσσινόκηπους» που έχουν δει και ξεφυλλίζουν τη θαυμάσια μετάφραση της Χρύσας Προκοπάκη.

  15. Το «Μουσείο της αθωότητας» στο Netflix διά χειρός Παμούκ αρέσει from The Review, opens in a new tab

    Mar 12, 202646 min

    Τρόμαξε ο Ορχάν Παμούκ να σώσει από τα νύχια και τις διαστρεβλώσεις αμερικανικής εταιρείας το μυθιστόρημά του, το παρέδωσε σε Τούρκο παραγωγό και γυναίκα σκηνοθέτιδα, έλεγξε κάθε λέξη του σεναρίου και βγήκε τελικά κάτι σπουδαίο. Παίζει και ο ίδιος, τον εαυτό του, στη σειρά, που ανασυστήνει τη συναρπαστική ερωτική ιστορία της πανέμορφης 18χρονης φτωχής Φισούν και του 30χρονου εργοστασιάρχη Κεμάλ, που, δέσμιος της τάξης και του αρραβώνα του, αδυνατεί να της δώσει αυτό που ονειρεύεται, αποκλειστικότητα. Ένας έρωτας βγαλμένος λες από τουρκική μελό ταινία, σαν αυτές στις οποίες ονειρεύεται να πρωταγωνιστήσει η ηρωίδα. Κι όλα αυτά σε μια Τουρκία που στα μέσα της δεκαετίας του 1970 αδυνατεί να ξεμπερδέψει με το ταμπού της παρθενίας και να ανοιχτεί στη δυτική νεωτερικότητα. Δείτε τη σειρά «Το Μουσείο της Αθωότητας» στο Netflix, αλλά διαβάστε και το μυθιστόρημα (εκδόσεις Πατάκη).

  16. «Πολύ κοριτσίστικο όνομα το Πάττυ»: Μια καλή ταινία from The Review, opens in a new tab

    Feb 27, 202637 min

    Αν τα παραπάνω ακούγονται λίγο μελό και συμβατικά, μην ταράζεστε. Ο υπερταλαντούχος Γ. Γεωργόπουλος στην τρίτη του μεγάλου μήκους ταινία πετυχαίνει και τα δυο μεγάλα ζητούμενα για το ελληνικό σινεμά: να «πιάσει» τους πάντες και συγχρόνως το θέμα και η σκηνοθεσία του να είναι λεπτοδουλεμένα, αποτελώντας μια συγκροτημένη σύγχρονη καλλιτεχνική πρόταση. Η Πάττυ από την Ικαρία έρχεται στον Πειραιά να μαθητεύσει δίπλα στον κορυφαίο, αλλά μυστηριώδη δάσκαλο του τζούντο, Γιούρι (υπέροχος ο Β. Μουρίκης). Μεγάλη της αντίπαλος στον δρόμο προς τους Ολυμπιακούς είναι η Ζωή, σταρ του τζούντο, με χρυσό μετάλλιο σε Ολυμπιάδα, που το χρωστάει στον Γιούρι. Σήμερα, όμως, δεν του μιλάει καν. Γιατί; Από τη συνάντηση των δυο κοριτσιών και τη σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ τους ποια θα πληγωθεί; Οι ιστορίες σεξουαλικής παρενόχλησης στο τζούντο, που είναι κυρίως «επαφή», πόση βάση έχουν; Ποιο μυστικό κρύβει ο Γιούρι; Γυρισμένο στο Πέραμα, με μεγάλες ερμηνείες (Μορτ Κλωναράκη, Φιλίππα Κουτούπα, Γιούλα Μπούνταλη), γεμάτο παλιά ελληνική ποπ, με σασπένς και μια μονομαχία στο τατάμι σαν να βγαίνει από γουέστερν, αυτό το φιλμ δεν είναι απλώς μια πολύ καλή αθλητική ταινία αλλά μια ταινία για όλους, και της αξίζουν τα πάντα.

  17. Η Έμιλι Μπροντέ άναψε και πάλι φωτιές from The Review, opens in a new tab

    Feb 18, 202639 min

    Στην εποχή του το μυθιστόρημα της Έμιλι Μπροντέ είχε προκαλέσει σκάνδαλο: άγριο, βίαιο, οργισμένο, ερωτικό, δεν ταίριαζε στην εικόνα μιας γυναίκας συγγραφέα. Άργησε να μπει στον λογοτεχνικό κανόνα, αλλά ο κόσμος του κατέκτησε στο διάβα των χρόνων αναγνώστες και… θεατές, αφού ενέπνευσε πολλές διάσημες ταινίες, καθεμιά με την ερμηνεία της. Μέχρι που ήρθε η Βρετανή Έμεραλντ Φένελ, σκηνοθέτρια της ταινίας «Υποσχόμενη νέα γυναίκα», και έστησε μια υπερπαραγωγή εκμεταλλευόμενη δύο λαμπερούς κινηματογραφικούς σταρ, τη Μάργκο Ρόμπι και τον Τζέικομπ Ελόρντι (δύο δεκαετίες μεγαλύτερους από την Κάθριν και τον Χίθκλιφ), αφήνοντας σοφά στον δρόμο της προς την παγκόσμια πρεμιέρα ερεθιστικά ψιχουλάκια για τους φαν, που αδημονούσαν: σαδομαζοχισμός, καυτό σεξ και τα γνωστά. Ένα γκλάμορους προϊόν γεννήθηκε. Η Έμιλι Μπροντέ, όμως, που πήγε; Η Φένελ χρησιμοποιεί μόνο το μισό μυθιστόρημα (το έχουν κάνει, βέβαια, κι άλλοι) ασχολούμενη απλώς με τη σχέση της Κάθριν και του Χίθκλιφ, της έφηβης κόρης εύπορης οικογένειας και του μικρού «γυφτόπουλου», που φέρνει ο φιλεύσπλαχνος πατέρας της στο κάστρο τους, τα Ανεμοδαρμένα Ύψη. Η σχέση τους, φυσικά, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει, η Κάθριν πεθαίνει από έρωτα, ο Χίθκλιφ εξελίσσεται σε ένα αιμοβόρο θηρίο που ζει μόνο για την εκδίκηση και την καταστροφή, κάτι που στην ταινία φυσικά δεν βλέπουμε, για να μείνει ο κούκλος Ελόρντι στο απυρόβλητο· για να ταυτιστούμε και να πλαντάξουμε με έναν ρομαντικό έρωτα (αλλά και μπόλικο σεξ που η Μπροντέ δεν είχε προβλέψει).

  18. Ας μιλήσουμε για το βιβλίο που ενθουσίασε τη Ντούα Λίπα και τον Μπάρακ Ομπάμα from The Review, opens in a new tab

    Feb 16, 202637 min

    Ο Ίστβαν μεγαλώνει σε πόλη της κομμουνιστικής Ουγγαρίας, λίγο πριν από την πτώση του καθεστώτος, μοναχικός, φοβισμένος, περιθωριοποιημένος – ένας ξένος. Ο συγγραφέας ακολουθεί τον ήρωά του από την εφηβεία μέχρι την αρχή των γηρατειών σε ένα ιλιγγιώδες ταξίδι που θα τον οδηγήσει από την Ουγγαρία στο Λονδίνο, στην κορυφή του αδιανόητου πλούτου και της σκοτεινής εξουσίας. Πάντα λιγομίλητος, ανεξιχνίαστος, χωρίς περιττά αισθήματα και προβληματισμούς. Είναι, όμως, ο Ίστβαν ένα «πρωτόγονο αρσενικό», όπως τον χαρακτηρίζει ο μεγαλύτερος εχθρός του; Ή μήπως είναι ένας απλός, συνηθισμένος, σαν όλους μας, άνθρωπος που παρασύρεται από τις δυνάμεις και τις συνθήκες της ζωής, ζώντας τη δική του μικρή προσωπική τραγωδία; Η «Σάρκα», όπως και ο ήρωάς της, είναι λιτή, απογυμνωμένη λογοτεχνία που διαβάζεται τόσο εύκολα ώστε δεν μπορείς να την αφήσεις από τα χέρια σου. Η πορεία του ήρωα στον κόσμο, οι έρωτες και οι συναντήσεις του, η φτώχεια και τα αμύθητα πλούτη του, τα λάθη και οι απώλειές του μέσα στη σημερινή Ενωμένη Ευρώπη της μετανάστευσης και της κινητικότητας βρίσκουν την ιδανική ενσάρκωση στην αφήγηση του Σόλοϊ.

  19. Πουλάει ο κομμουνισμός σήμερα; from The Review, opens in a new tab

    Feb 3, 202631 min

    Δεν θα γίνει της μόδας αυτό το νέο ελληνικό μυθιστόρημα. Αλλά ποιος άλλος έχει σήμερα το τρελό χιούμορ, τη σαρκαστική ματιά, το ιερόσυλο πνεύμα και τη λογοτεχνική μαεστρία του Ηπειρώτη Βασίλη Γκουρογιάννη; Τα «Κιάλια του Βασίλη Τσουικόφ» (εκδόσεις Μεταίχμιο), σαν το «Κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου, που ο ηλικιωμένος κομμουνιστής μισεί, επειδή οι αστοί το αποθεώνουν, είναι μια σπαραχτική επιστροφή στις ουτοπίες και τις διαψεύσεις του εγχώριου κομμουνισμού. Ο Εμφύλιος, ο Άρης Αλεξάνδρου, η Μεταπολίτευση, ο Φλωράκης (που είναι ήρωας του μυθιστορήματος), η τζιζ για το ΚΚΕ λογοτεχνία (ο ομοφυλόφιλος Καβάφης) αλλά και όλα τα ιερά τέρατα της λογοτεχνίας της αριστεράς, από τον Ρίτσο ως τον Λειβαδίτη, αντιμετωπίζονται από τον Γκουρογιάννη χωρίς ταμπού, με ένα γέλιο απελευθερωτικό και αποκαθηλωτικό. Την ίδια στιγμή, ο συγγραφέας σέβεται τον ήρωά του, κυρίως την αβάσταχτη ερωτική μοναξιά ενός κομμουνιστή που φτάνει στο τέλος της ζωής του μόνος και ρημαγμένος, με το όνειρο πάντα μιας νέας επανάστασης. Μοναδική παρέα στη ζωή του ένα υπερφυσικό ζευγάρι σοβιετικά κιάλια, που έχει κρατήσει ενθύμιο από τις μάχες στον Γράμμο. Είναι ο δικός του τραγικός και παρανοϊκός τρόπος να κοιτάζει και να ερμηνεύει την πραγματικότητα. Μοναχικός, έξω από τον Περισσό, ενώ ακόμα και το κόμμα του αλλάζει και του γυρνάει την πλάτη.

  20. «Άμνετ»: Από το βιβλίο-φαινόμενο στην οσκαρική ταινία της Κλόε Ζάο from The Review, opens in a new tab

    Jan 29, 202633 min

    Άμνετ λεγόταν ο γιος του Σαίξπηρ που πέθανε το 1596, λίγα χρόνια προτού γραφτεί ο «Άμλετ». Άμνετ και Άμλετ ήταν τότε το ίδιο ακριβώς όνομα, οπότε σ’ αυτήν τη «σύμπτωση» βασίστηκε το 2020 η Βρετανή Μάγκι Ο’Φάρελ και έγραψε το μυθιστόρημα «Άμνετ», ένα από τα λογοτεχνικά ορόσημα εκείνης της χρονιάς. ‘Εβαλε στο κέντρο του όχι τόσο τον βάρδο όσο τη σχετικά άγνωστη και περιφρονημένη από την ιστορία σύζυγό του Αν Χάθαγουεϊ (την ερμηνεύει η Τζέσι Μπάκλεϊ, μεγάλο φαβορί, και δικαίως, για το Όσκαρ). Της δίνει μια λαμπρή, αν και κόντρα στα ελισαβετιανά ήθη προσωπικότητα, αυτή μιας ελεύθερης, δυνατής γυναίκας που ο Σαίξπηρ ερωτεύεται με πάθος και παντρεύεται. Ο θάνατος του γιου τους Άμνετ τη διαλύει, ενώ ο Γουίλ ουσιαστικά ζει στο Λονδίνο, μακριά της, χτίζοντας τον θεατρικό του μύθο. Ο’Φάρελ και Ζάο προσπαθούν να πείσουν, και το καταφέρνουν, ίσως περισσότερο η σκηνοθέτις, ότι ο «Άμλετ», η τραγωδία ενός πρίγκιπα που έχει το όνομα ενός νεκρού 11χρονου αγοριού, είναι η έκφραση του πένθους του συγγραφέα του, και η κάθαρσή του. Βιβλίο και ταινία χτίζονται γύρω από αυτή την απώλεια, εξού και αναγνώστες και θεατές χύνουν πολλά ή λίγα δάκρυα. Στο τέλος έρχεται μια ανάταση, αυτή που μόνο η τέχνη, του Σαίξπηρ και η δική μας, η σημερινή, χαρίζουν, μεταπλάθοντας το προσωπικό πένθος σε πανανθρώπινο.

Ranking source

Apple Podcasts rankings via the Mato Topic Intelligence Platform.

Observed September 20, 2026.

Apple and Apple Podcasts are trademarks of Apple Inc., registered in the U.S. and other countries.

Pairs with

What to do with a chart

01ShowsThe shows Mato publishesEvery public Mato show, its episodes, and the Apple placements it holds.02AI talentPick the voice before the formatThe live roster of hosts, each with samples you can listen to before you commit.03How it worksFrom an idea to a published episodeWhat Mato does between the brief and the feed, step by step.

Steal the structure, not the show

Bring this source into Mato to read its transferable patterns, then turn them into an original show for your own audience.

Hear a Mato showCreate a show inspired by this